Κένυα: Ο Salomon, ο Eddie και τα κοράλλια

Ο Salomon δούλευε – τρόπος του λέγειν δούλευε, γιατί η δουλειά όπως τη φαντάζεται το μυαλό μας δεν έχει σχέση με τη δουλειά στη Μαύρη Ήπειρο – δούλευε λοιπόν για την επιχείρηση-εταιρεία που κάνει βόλτες τους τουρίστες στα παράλια του ινδικού μέχρι το reef. Τα κοράλλια, τo reef, 500 -700μ απ’ την ακτή, την προστατεύει απ’ τα κύματα και κει τα μικρά πλεούμενα βολτάρουν τους λίγους περίεργους και κάποιος που ίσως θέλουν να ψαρέψουν. Βέβαια υπάρχουν και πανάκριβες εταιρείες για όσους θέλουν να ψαρέψουν σοβαρά τους μεγάλους ξιφίες του ωκεανού.

Κάθε μεσημέρι τον συναντούσαμε στην παραλία που έκοβε βόλτες σε αναζήτηση κάποιου πελάτη. Είχε καταλάβει πως δεν είχαμε όρεξη να καβαλήσουμε στο καραβάκι αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να μας επαναλαμβάνει ιεροτελεστικά το πόσο ωραία θα περνάγαμε πλέοντας με τη βάρκα. Εμείς πια τον ακούγαμε με ενδιαφέρον και ευγενικά αρνιόμασταν την προσφορά. Η αλήθεια είναι πως είναι σχεδόν αμαρτία να αδιαφορείς έστω και να ακούσεις κάποιον που έχει κάτι να πουλήσει. Δεν έχει σημασία να αγοράσεις. Οι συναλλαγές εκεί είναι τόσο λίγες που οι άνθρωποι ζητάνε επίμονα τους υποψήφιους πελάτες να τους ακούσουν. Είναι καλό γι αυτούς γιατί αισθάνονται ότι τουλάχιστον προσπάθησαν.

Κάθε φορά δίναμε λίγα χρήματα στο Salomon να αγοράσει κάτι για τα παιδιά στο σπίτι. Το ίδιο γίνονταν και με τον Eddie. O Eddie πούλαγε ξύλινα μπρελόκ, χάραζε πάνω τους το όνομά σου, σχεδίαζε ένα ελέφαντα, ένα λιοντάρι ή ότι τέλος πάντων ήθελες. Είχαμε γεμίσει από δαύτα και παρόλο που ο Eddie το γνώριζε, επέμενε να μας δείχνει τα καλλιτεχνήματά του προσπαθώντας να μας πουλήσει περισσότερα. Στο τέλος έπαιρνε λίγα κενυάτικα σελίνια ίσα για να πιεί μια μπύρα και βέβαια ήταν πολύ ευχαριστημένος ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Πάντα γελαστός, πάντα χωρατατζής σε αντίθεση με τον Salomon που ήταν σοβαρός, μετρημένος αλλά πρόθυμος να εξηγήσει κάθε ανεξήγητο της παραλίας, κάθε ερώτηση σχετική και άσχετη με τη ζωή εκεί και έτοιμος να μας βρει σπίτι να νοικιάσουμε ή αγοράσουμε, έτοιμος να μας πάει στους ψαράδες να αγοράσουμε φρέσκα ψάρια και όστρακα, έτοιμος να ψήσει, να τηγανίσει, να … να…

Η παρέα παραπέρα είχε παραταγμένη την πραμάτεια της κάτω από μια τέντα και πούλαγε σουβενίρ, μάσκες και χαϊμαλιά. Κάθε μεσημέρι μας χαιρετούσαν και μας προσκαλούσαν να δούμε τα ωραία και πολύχρωμα μπιζού και μείς φυσικά τους κάναμε τη χάρη. Κάποιες φορές τελικά μας έπειθαν πως αυτά τα είδη δεν θα τα βρίσκαμε πουθενά στις τιμές αυτές και πιθανά να ήταν έτσι αν και ποιός θα σύγκρινε τι και με ποιο….

Ο Salomon, ο Eddie, ο Robert… αστεία αγγλικά ονόματα που δεν εκφράζουν ούτε τη δύναμη ούτε τη σπιρτάδα αυτών των παιδιών… Καλύτερα δεν ήταν τα ονόματα των προγόνων τους; Σίγουρα…

Κάθε απόγευμα καταλήγαμε να παίζουμε μπάλα η βόλεϊ στην παραλία μούσκεμα στον ιδρώτα γεμάτοι άμμο και χαρά! Τα παιδιά έτσι κι αλλιώς δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν… πελατεία δεν υπήρχε… τουρίστες λιγοστοί στην περιοχή. Όσο για μας δε θυμάμαι να νιώθαμε άλλοτε πιο χαλαροί. Κάθε μέρα λέγαμε πότε να ’ρθει η ώρα να πάμε παραλία να γελάσουμε με την παρέα. Κάθε φορά όλο και κάποιος καινούργιος εμφανιζότανε. Κάποιος τουρίστας, κανένας γνωστός, κάποιος ψαράς προστίθονταν, άλλοι πιτσιρικάδες που βόλταραν και τελικά μαζευόμασταν ένα τσούρμο αλλοπρόσαλλοι και παίζαμε μέχρις εσχάτων!

Ένα απόγευμα μετά τη καθιερωμένη ιεροτελεστία μεταξύ πωλητών και αγοραστών και αφού αρνηθήκαμε τις αγορές ο Salomon φαινόταν πολύ στεναχωρημένος. Τον ρώτησα γιατί ήταν έτσι και μου απάντησε πως μέρες τώρα δεν έχει καθόλου δουλειά. Δεν χρειαζόταν να μου το πει γιατί όλες αυτές τις μέρες το έβλεπα και αναρωτιόμουνα πως ζει και πως συντηρεί την γυναίκα και τα δυο του παιδιά. Έβγαλα κάτι ψιλά και του τα έδωσα.

– Τι θα πάρεις με τα λεφτά αυτά, τον ρώτησα.

– Τι άλλο, μου είπε, λίγο ρύζι και καμιά πατάτα και θα περισσέψουν και λίγα …

– Πάμε για μπάλα, του είπα….

Παίξαμε πάλι με την ίδια όρεξη, τα ίδια γέλια… Ομοίως και η υπόλοιπη παρέα…

Φεύγοντας χαιρετηθήκαμε όπως κάθε απόγευμα. Δεν τους είχα πει ότι θα φεύγαμε την άλλη μέρα. Σκέφτηκα ότι ίσως θα στεναχωριόντουσαν.

Στη διαδρομή κατάλαβα ότι πιο πολύ στεναχωριόμουνα εγώ… Ζήλευα τα γέλια τους όταν παίζαμε… ζήλευα τον τρόπο που βλέπανε τη ζωή. Μάλλον ήταν αναγκασμένοι να την βλέπουν έτσι… Μάλλον το άγχος τους ήταν τι θα φάνε το βράδυ τόσο αυτοί όσο και η οικογένεια  – αν υπήρχε – και όσο για μεθαύριο κάπως θα τη βγάζανε… Ακούγεται ωμό αλλά εδώ και χιλιάδες χρόνια ο πλανήτης έτσι δε στριφογύριζε για τους πλείστους των εποίκων του; Μήπως η πληθώρα αγαθών των σχετικά λίγων τους έκανε και πιο ευτυχείς;….

Μπορεί να σας αρέσει επίσης...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *