Fukushima, dream on!

Έστριψα στη γωνία της Higashi που οδηγούσε ανατολικά στη θάλασσα. Σκέφτηκα πως ο νονός των δρόμων είχε έμπνευση εκείνη τη νύχτα που έδωσε το όνομα αυτό (Ανατολή) στον πλατύ δρόμο. Ταίριαζε πολύ, όπως ταίριαζαν τόσα άλλα πράγματα στην παράξενη αυτή χώρα.  Λίγα μέτρα πιο κάτω έχασα το ρυθμό, τρομάζοντας απ’ το γαύγισμα του σκύλου, ξέφυγε το πετάλι απ’ το πόδι και παραλίγο να σαβουρντιστώ καταμεσής του δρόμου.

– Ανάθεμά σε βρωμόσκυλο, έβρισα, τι σ’ έπιασε πρωί-πρωί και γρυλίζεις;

Ο σκύλος δεν απάντησε αλλά συνέχισε το μίζερο γαύγισμα. Η μικρή Akina, το γλυκό λουλούδι της άνοιξης – κατά φωνή και ομοίωση – έσκασε στα γέλια! Της χαμογέλασα και γω και καθώς απομακρυνόμουν της φώναξα πως αν της ορμούσε το σκυλί δεν θα την έσωζα!

Πιο πέρα η Makoto πιασμένη χέρι-χέρι  με τον εδώ και κάμποσους μήνες εκλεκτό της, σκληρό Iwao, ανηφόριζε για τη δουλειά. Η πίστη της στο βράχο φίλο της ήταν δεδομένη, αντικατοπτρίζονταν στον τρόπο που τον κοιτούσε. Τον θαύμαζε. Είπα ένα γεια στα παιδιά και σηκώσανε τα σφιχταγκαλιασμένα χέρια τους ψηλά!  Καλό είναι να θαυμάζει μια γυναίκα τον άντρα, σκέφτηκε το αντιφεμινιστικό ζώο μέσα μου και ίσως θα ’πρεπε να βρει τον τρόπο να θαυμάζει και μένα τον ίδιο… συνέχισε!

Χαζογέλασα με τις σκέψεις μου αλλά συνήλθα γρήγορα αφού… παραλίγο να μου κοπεί η ανάσα. Η σοφή δασκάλα Chie με όλα τα 80 και βάλε χρόνια στην πλάτη της ακούμπαγε στο στύλο και φαίνονταν πολύ αδύναμη. Κατέβηκα γρήγορα απ’ τη σέλα και προσφέρθηκα να περπατήσουμε μαζί πίσω στο δωμάτιο της που δεν ήταν πολλά μέτρα. Τη μάλωσα για την επιμονή της να μην δέχεται βοήθεια και να θέλει να τα κάνει όλα μόνη της. Μαγείρεμα, καθάρισμα, ψώνια… Με κανάκευε από μικρό και όταν έχασε και τα δυο της γεννήματα στο ατύχημα εκείνο, όλα τα παιδιά της γειτονιάς  γίνανε δικά της. Πήρα τηλέφωνο το γιατρό που δε θα αργούσε να φανεί. Με ξεπροβόδισε βάζοντας ένα μεγάλο κομμάτι ρυζόπιτα στο χέρι μου και ξάπλωσε. Δεν ήθελα να την αφήσω μόνη αλλά επέμενε πως ο γιατρός θα ερχότανε από στιγμή σε στιγμή και δεν αισθάνονταν τόσο χάλια πλέον. Τη χαιρέτησα…

Καβάλησα ξανά το ποδήλατο και με γρήγορες πεταλιές βρέθηκα στο μαγαζί του γερο-Hisao. Ο γλυκός υπερήλικας – πιο παλιός κι απ’ τ’ όνομά του – πρέπει να κάρφωσε το μαγαζί πριν κτισθεί οτιδήποτε άλλο στη γειτονιά. Ίσως να ’χε βάλει και το θεμέλιο στην πόλη! Τα δολώματά του ήταν τα καλύτερα το ίδιο και οι συμβουλές του. Σήμερα  έδειχνε ανήσυχος και σκοτεινός. Μου ’δωσε ένα κουτάκι… Ξεδίπλωσα το χαρτί με τη ρυζόπιτα και γέλασε αμέσως ψιθυρίζοντας το όνομα της Chie. Τη μοίρασα στη μέση και μου εκμυστηρεύτηκε κάθε φορά που τρώει την πίτα της, παίρνει δύο χρόνια! Ένα το κρατάει για πάρτη του και ένα το δίνει δώρο στη δασκάλα για να έχει να τρώει πίτες! Όταν του είπα ότι κάτι απ’ τα χρόνια αυτά πρέπει να δίνει και σε μένα για να του πηγαίνω τις πίτες κόντεψε να λιποθυμήσει απ’ τα γέλια. Χάρηκα γιατί αισθάνθηκα πως έστω και παροδικά ξαναγύρισε η πραότητα και το φώς στο πρόσωπό του…

Λίγες πεταλιές παραπέρα με χτύπησε το ¨άρωμα¨ της Kaoru. Η παρουσία της μοσχοβόλαγε πιο πολύ απ τα πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια που πούλαγε. Στόλιζε τα βάζα μπροστά στη πόρτα με περισσή τέχνη και φροντίδα και χαμογέλασε θεληματικά στη φιλοφρόνηση που της έκανα. Αυτή η κοπέλα δεν ενέδιδε με τίποτα στην πολύμηνη πολιορκία μου. Ευγενικά αλλά όχι ολοκληρωτικά απέκρουε τις προτάσεις μου, αφήνοντας μια χαραμάδα ελπίδας. Κατέβασε τα μάτια ρωτώντας με αν θα ψάρευα μέχρι αργά. Της είπα πως θα μπορούσα να παρατήσω το ψάρεμα νωρίτερα και να πηγαίναμε να φάμε ένα σνακ το μεσημέρι. Μου απάντησε πως περίμενε παραγγελίες… Αναστέναξα και ήμουν έτοιμος να της ρίξω ένα φιλί αλλά συγκρατήθηκα γιατί θα την έφερνα σε δύσκολη θέση. Πρωί-πρωί μέσα στο δρόμο;  Ναι, γιατί όχι σκέφτηκα έτσι κάνουν και στις ταινίες! Στο αναπάντεχο, στο άσχετο!

Με επανέφεραν όλα τα λουλούδια της γειτονιάς που σχεδόν τρέχοντας πέρασαν από μπροστά μας: Η Mitsuko που το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος, η αξιαγάπητη Reiko, ο Akihiko που έμοιαζε με πρίγκιπα, ο στρουμπουλός πάντα φρέσκος Arata, ο Katsuo μόνιμα νικητής στα παιγνίδια τους, o Jiro, η Noriko, η μικρή χορεύτρια Maiko…

Ξανάρχισα το πετάλι… πιο γρήγορα… είχα αργήσει, ο καλός φίλος Kunio -παιδί της εξοχής, δεν άντεχε μια ώρα στη πόλη- θα με περίμενε απ’ τα χαράματα. Ξύπναγε με τον ήλιο, κοιμότανε στη δύση του. Τον ζήλευα κι αυτόν και τις κερασιές του που περιποιόταν από μικρός. Τις προάλλες ήταν στεναχωρημένος γιατί φέτος αργούσαν να ανθίσουν και δεν καταλάβαινε το γιατί. Γέλασα με τις αφελείς σκέψεις του και του είπα πως θέλει δεν θέλει αυτές θα ανθίσουν! Ίσως πιο αργά…

Κάτσαμε στην άκρη του μόλου, απλώσαμε τα σύνεργα και βυθιστήκαμε στο πάνε- έλα της θάλασσας. Ο Kunio ήθελε να του λέω όλα τα τελευταία ανέκδοτα που άκουγα ή διάβαζα γιατί δεν είχε χρόνο να ξεφυλλίζει περιοδικά ούτε παρέες να του τα λένε. Οι κερασιές του τρώγανε πολύ ώρα, ύστερα ήτανε και η κατάκοιτη μάννα του που ήθελε περισσή φροντίδα. Χαμογέλαγε αμήχανα με τα ανέκδοτα σήμερα και μου εκμυστηρεύτηκε ότι εδώ και μέρες δεν αισθανότανε καλά, ούτε αυτός ούτε τα δέντρα του. Δολώσαμε κάμποσες φορές, μιλήσαμε για τα φουγάρα που φαίνονταν βαθειά στον ορίζοντα, τα ψάρια που λιγόστευαν με τα χρόνια… Μεσημέριασε, χαιρέτησα τον καλό μου φίλο και πάτησα μερικές δυνατές πεταλιές. Έριξα μια ματιά στο ρολόι… 14.46

Γκντούπ! Βρέθηκα στο χώμα… Η γη άρχισε να χορεύει…. Ασταμάτητα… Άγρια… Με χτύπαγε σα χταπόδι… έτρεμα… έτρεμε. Άρχισα να κλαίω… πόνος, φόβος… Τραύλισα βοήθεια, σε ποιόν; Οι σειρήνες ηχούσαν δαιμονισμένα, γύρω καπνοί, η γη σείονταν… έφερα τα χέρια στο πρόσωπο… προσπάθησα να κρυφτώ…από ποιόν; Κράτησε έναν αιώνα! Πήγα να σηκωθώ… ξανάπεσα… ζάλη… ίλιγγος. Ανακάθισα. Τ’ αυτιά μου βούιζαν απ’ τις σειρήνες, τα κλάματα, τα ουρλιαχτά… Ξαφνικά σταμάτησαν όλα… και ο θόρυβος… όλα γυρίζανε αργά μέχρι που σίγησαν… Σιωπή…

Ο θόρυβος ξανάρχισε, δε θυμάμαι πότε… σε δέκα λεπτά, ίσως σε δέκα ώρες, αυτή τη φορά ερχότανε από βαθειά πέρα… δυνάμωνε, δυνάμωνε, δυνάμωνε… Γύρισα προς τη μεριά της θάλασσας…

Γκλούπ, γκλούπ! Κολύμπησα… σε λίγο αφέθηκα… έπιασα το χέρι της Kaoru. Κολυμπούσαμε παρέα. Ήμουν ευτυχισμένος που την άγγιζα. Στο δρόμο πήραμε τον Hisao, μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά, σε μια δίνη συναντήσαμε τη Chie. Το ποτάμι μας κύλησε μακριά…

Ξύπνησα ψηλά στο λόφο. Όλοι γύρω κοιταχτήκαμε, ήρθε κοντά μας η μικρή Αkina, κουβάλαγε ακόμα τη βαριά της τσάντα. Η Makoto κράταγε σφιχτά το χέρι του Iwao και του χάιδευε τα μαλλιά. Κάτω η πόλη ή ότι απέμεινε έδειχνε τόσο άσχημη. Έψαξα τριγύρω να δώ τον καλό μου φίλο. Δεν φαινόταν πουθενά. Στεναχωρέθηκα αλλά μετά πάλι σκέφτηκα ότι θα πήγε να δει αν πάθανε κάτι οι κερασιές του. Νύχτωνε…Νύχτωνε…

Δεν θυμάμαι πότε ο Hisao είδε τον καπνό μακριά απ τα φουγάρα και δάκρυσε. Το ίδιο και η Chie. Ωω… άρχισα να θέλω να φύγω δεν μπορούσα να τους βλέπω έτσι. Δεν με άκουγαν… H Kaoru με κράτησε. Ο καπνός ήλθε κοντά…

Γκούχ, γκούχ… Ανέβηκα στην πλάτη του Hisao, η Chie πήρε τη Kaoru και κάμποσα παιδιά. Τα υπόλοιπα πηδήξανε δίπλα μου στου Hisao. Οι δύο γέροντες ξεκίνησαν να περπατάνε. Ανέβαιναν ψηλά, πολύ ψηλά και πάνω τους εμείς. Τα παιδιά κλαίγανε, κλαίγανε μέχρι που σώπασαν. Οι καπνοί διαλύθηκαν. Είδα στο πρόσωπο της Kaoru πέταλα από κερασιές και τα παιδιά άρχισαν να την κοροϊδεύουν και να γελάνε. Γέλασα και γω γιατί οι κερασιές του Kunio θα άνθιζαν έστω και αργά…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *